Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

ΣΥΜΗ

   Η γραφική Σύμη είναι μια θαλασσινή αρχόντισσα, η οποία βρίσκεται στην άκρη του Αιγαίου, στα βορειοδυτικά της Ρόδου και πλησίον των τουρκικών παράλιων. Το νησί απέχει μία ώρα από την Ρόδο. Έχει έκταση περίπου 67 τετραγωνικά χιλιόμετρα και περίπου 3400 κατοίκους. Το μικρό νησί, το οποίο ανήκει στο σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, αποτελεί ένα διαμάντι, στο οποίο διαχέεται η αυθεντική, ανόθευτη, φυσική κι άγρια ομορφιά. Η κοσμοπολίτικη νήσος, η οποία βαστάει την αίγλη των περασμένων ετών, συνδυάζει τόσο τη θάλασσα όσο και το βουνό. Πιο πράσινη είναι η Σύμη στο νότιο τμήμα της, με πεύκα, οπωροφόρα, κυπαρίσσια κι ελιές.
   Κατά την αρχαιότητα η Σύμη είχε το όνομα Μεταποντίδα και Αίγλη. Οι κάτοικοι ήταν Κάρες, Πελασγοί και Σπαρτιάτες. Η νήσος καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Η Σύμη από το 1306 και για δυο αιώνες βρισκόταν στα χέρια των Ιπποτών του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Έπειτα, βρέθηκε υπό την κυριαρχία των Τούρκων. Οι Συμιακοί πήραν μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Το 1912, οι Ιταλοί κατέκτησαν το νησί. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το νησί υπέστη καταστροφές από τους βομβαρδισμούς. Οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους ανατίναξαν το αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα του ναού της Παναγίας του Κάστρου, ο οποίος είναι χτισμένος στην ακρόπολη της Σύμης. Την 8η Μαρτίου του 1945 υπογράφηκε το πρωτόκολλο για την παράδοση της Δωδεκανήσου στους Συμμάχους από τον Γερμανό στρατηγό Βάγκνερ. Το 1948, η νήσος ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.
   Το πολύχρωμο πετράδι των Δωδεκανήσων συνιστά έναν τόπο, όπου, ενώσω ο επισκέπτης βρίσκεται στην πλώρη του καραβιού, πριν αγκυροβολήσει στο όμορφο κεντρικό λιμάνι του Γιαλού, ο έρωτας με την πρώτη ματιά, είναι αναπόφευκτος. Ο ταξιδευτής μένει έκπληκτος και ενεός από το θάμβος και το κάλλος του τοπίου. Η ακριτική Σύμη είναι μικρή σε μέγεθος και πανέμορφη. Διακατέχεται από χάρη, αρχοντιά και φιλοξενία. Τα σπίτια, στα χρώματα της ώχρας, του σομόν, του κόκκινου, του γαλάζιου, του μπλε και του γκρι, είναι διατηρητέα νεοκλασικά, έχουν τριγωνικές μετόπες, κεραμοσκεπές και πλακόστρωτες αυλές. Τα πολύχρωμα αρχοντικά είναι διατεταγμένα αμφιθεατρικά κάτω από το μεσαιωνικό κάστρο και σε όλη τη γραφική πλαγιά έως την Άνω Σύμη. Σημαντική είναι η ιταλική επιρροή στην αρχιτεκτονική των φρεσκοβαμμένων κατοικιών με τα χρωματιστά παραθυρόφυλλα. Σε κάποια σπίτια είναι ζωγραφιστά τα ταβάνια.
   Είναι ευάρεστο, όταν ο ευπρόσδεκτος περιηγητής ανακαλύπτει τις ομορφιές αυτού του αιγαιοπελαγίτικου κοσμήματος και περπατά στα σοκάκια, προκειμένου να γνωρίσει το μέρος. Οι εντυπωσιακές παραλίες κοσμούν την Πυργοδέσποινα της Δωδεκανήσου, εξ ου κι αρκετοί ταξιδιώτες από την Ελλάδα, τα κοντινά νησιά, την Ιταλία, καθώς κι άλλα σημεία της Μεσογείου, πραγματοποιούν εξόρμηση με πλωτά, σκάφη, καΐκια, πολυτελή ιστιοφόρα κι ιστιοπλοϊκά. Αρκετοί Ιταλοί επισκέπτονται την Σύμη κι έχουν σπίτι στον τόπο. Η εκδρομή στο ξεχωριστό στολίδι παραμένει ανεξίτηλα στη μνήμη και την καρδιά. Το γεμάτο χρώματα, αρχοντιά και μεγαλοπρέπεια νησί υποδέχεται τον κάθε έναν επισκέπτη ξεχωριστά.

   Η Σύμη αποτελεί το κύριο χωριό της νήσου, η οποία ξεδιπλώνεται στα πόδια του βυζαντινού κάστρου, πάνω από την πόλη, όπου δεσπόζει ο ναός της Παναγίας με τις τοιχογραφίες. Τον 14ο αιώνα, οι ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη έχτισαν το κάστρο. Στην περιοχή υπάρχουν υπολείμματα κάποιου αρχαίου οχυρού. Από αυτό το σημείο η θέα είναι καθηλωτική προς την πόλη και το λιμάνι. Η επάνω συνοικία, η Χώρα, στέκει στην εν μέρει αρχαία ακρόπολη από την εποχή που το νησί έπαιζε μικρό ρόλο στη δωρική Εξάπολη.
   Εξερευνεί κανείς την πόλη ανεβαίνοντας έναν μεγάλο, ελικοειδή δρόμο με πεντακόσια πέτρινα, φαρδιά σκαλοπάτια της Καλής Στράτας, η οποία δένει το κεντρικό λιμάνι με το Χωριό, την Άνω Σύμη και κατευθύνει προς τα στενά της κάτω και της άνω πόλης. Πριν από χρόνια αυτός ήταν ο μόνος δρόμος, ο οποίος οδηγούσε από τον έναν οικισμό στον άλλον. Η Καλή Στράτα έχει σπίτια και μαγαζιά.

   Στο Χωριό αξίζει ο επισκέπτης να δει τη Σπετσαρία, το παλιό φαρμακείο με τα γυάλινα δοχεία και τις επιγραφές σε κτήριο του 1884, την οικία του Χατζηαγαπητού-Χατζηϊωάννου με τη σάλα, την οικία του Φαρμακίδη, όπου στεγάζεται το Αρχαιολογικό-Λαογραφικό μουσείο με τα αγάλματα της Ελληνιστικής και της Ρωμαϊκής εποχής, τις επιγραφές, τα αγγεία, τα βυζαντινά αντικείμενα, τα νομίσματα, τα ξυλόγλυπτα και τα υφαντά εργαλεία. Ανηφορίζοντας τα λιθόστρωτα καλντερίμια μέχρι το Κάστρο, είναι θαυμάσια η θέα στο Αιγαίο.
   Η γραφική νήσος έχει για προστάτη και πολιούχο της τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Η εφέστιος εικόνα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ φυλάσσεται ως θησαύρισμα στη μονή του Πανορμίτου, χτίσμα του 18ου αιώνια, με το ψηλό καμπαναριό, τις βυζαντινές τοιχογραφίες, το σκαλιστό τέμπλο και τα αφιερώματα. Στη μονή καταφθάνουν πιστοί, και μη, από κάθε γωνιά του πλανήτη. Στον κόλπο του Πανόρμου φτάνει κανείς με σκάφος ή οδικώς. Στο μέρος υπάρχουν λαογραφικό και θρησκευτικό μουσείο. Όποιος δεν δύναται να παραβρεθεί στο μοναστήρι, μπορεί να εσωκλείσει μέσα σε ένα μπουκάλι τα αιτήματα και τις επιθυμίες του γραμμένες σε χαρτί, και να το ρίξει στη θάλασσα, από όπου κι αν βρίσκεται. Λέγεται πως ο ίδιος ο Αρχάγγελος Μιχαήλ συνοδεύει το μπουκάλι στην μονή ή σε οποιοδήποτε σημείο ανά την Ελλάδα έχει οριστεί, με θαυμαστό τρόπο.
   Αξίζει ο ταξιδευτής να επισκεφθεί τη φρουριακή, σταυροπηγιακή μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ή του Μιχαήλη, σύμφωνα με την ντοπιολαλιά των Συμιακών, του Ρουκουνιώτη, κτίσμα του 17ου αιώνα, από τους Ιωαννίτες Ιππότες. Το μοναστήρι βρίσκεται απάνω σε χαλάσματα πιο παλαιάς μονής. Είναι ένα από τα πιο παλαιά μνημεία της Ορθοδοξίας των Δωδεκανήσων. Στο μοναστήρι φυλάσσεται η μεγάλη κι επιβλητική εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Ρουκουνιώτη. Την εικόνα αγιογράφησε ο Στελιανός Γενίτης, το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Το πουκάμισο της εικόνας έντυσε ο αργυροχρυσοχόος Ιωάννης Πελοποννήσιος, το 1734. Επιβλητικό είναι το βλέμμα του Ταξιάρχη, ενώ ξεχωρίζει το ασημένιο αστέρι στο μέτωπο του Αρχαγγέλου και το φωτοστέφανο, το οποίο κοσμούν πολύτιμα πετράδια. Η μονή εορτάζει την 8η του Νοέμβρη, την ημέρα της Συνάξεως των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων. Στις 8 Νοεμβρίου, οι εθελοντές έχουν ετοιμάσει παραδοσιακό γεύμα, το οποίο προσφέρουν στις παρευρισκομένους. Οι νοικοκυραίοι ψήνουν στα καζάνια πατσά και πατροπαράδοτα, τοπικά ακούμια, γλυκίσματα φτιαγμένα από ρύζι και μαγιά, τα οποία είναι πασπαλισμένα με μέλι και κανέλα. Τα ακούμια γλυκαίνουν τους ταξιδιώτες, οι οποίοι προσέρχονται σε αυτή τη δυσπρόσιτη γωνιά της Σύμης για να ασπαστούν την εικόνα του Αρχαγγέλο Μιχαήλ. Από το τοπωνύμιο Ρούκουνα του τόπου, δόθηκε το όνομα Ρουκουνιώτης. Στη μονή υπάρχουν δύο κύριοι ναοί με ξυλόγλυπτα τέμπλα στο κέντρο, οι οποίοι χτίστηκαν ο ένας πάνω στον άλλον, μια και το μοναστήρι κατασκευάστηκε σε διάφορες περιόδους από τον 14ο έως και τον 19ο αιώνα. Ξεχωρίζουν η φορητή εικόνα της Φιλοξενίας του Αβραάμ, όπως κι ένα μικρό σκαλοπάτι από οικόσημο της Ιπποτοκρατίας. Στον περίβολο του μοναστηριού υπάρχει ένα σπάνιο αιωνόβιο κυπαρίσσι σε σχήμα ομπρέλας. 

   Το νησί πάλαι ποτέ ήταν γνωστό για τα ναυπηγεία και τη ναυτιλία, η οποία άνθισε στα τέλη του 19ου έως και τις αρχές του 20ού αιώνα. Ακόμη και σήμερα φτιάχνουν καΐκια στον Αιγιαλό. Οι φιλόξενοι κι ευγενικοί κάτοικοι, οι οποίοι κατατάσσονται στην πέμπτη θέση σε μακροζωία στον κόσμο, ασχολούνται με το ψάρεμα, το μάζεμα των σφουγγαριών, μια και ιστορικά η βασική εξαγωγή του νησιού ήταν το σφουγγάρι, και κατά βάση με τον τουρισμό. Κάποια μαγαζιά έχουν σφουγγάρια, ελαφρόπετρα κι όστρακα. Αρκετά καταστήματα διαθέτουν διακοσμητικά ξύλα κι έργα τέχνης για το σπιτικό.
   Αξιοθέατα της μακρινής Σύμης αποτελούν το δημοτικό ρολόι του 1880 στην είσοδο του λιμανιού, ο ψηλός πύργος, η τριήρης σε βράχο, η οποία συνιστά ένα σύμβολο ναυτικής ισχύος, η δεξαμενή Σαλαχούρη στην Κάτω Πόλη, το άγαλμα του Μικρού Ψαρά στην πλατεία Ωρολογίου, η προτομή του καθηγητή Κ. Βαλσάμη στην πλατεία του Πετριδίου, η Ψαραγορά, το πέτρινο γεφύρι, ο παλιός ταρσανάς στη συνοικία Χαράνι και το τελωνείο. Ο επισκέπτης μπορεί να παραβρεθεί στο Ναυτικό Μουσείο, το οποίο βρίσκεται στον παλιό κεντρικό ταρσανά του νησιού, στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό κτήριο και διαθέτει σκάφανδρα. Στο νησί κυριαρχούν ο καθεδρικός ναός του Τιμίου Προδρόμου, χτίσμα του 1838, οι βυζαντινοί ναοί με τα κωδωνοστάσια και τα προαύλια, τα οποία είναι στρωμένα με βότσαλα ασπρόμαυρα, τα ιστορικά έγγραφα μεγάλης αξίας, το χειρόγραφο του Ευαγγελίου του 9ου αιώνα με μικρογράμματη γραφή κι εικόνες των Ευαγγελιστών.
   Όσο για το ντόπιο, σπιτικό φαγητό, αυτό είναι νόστιμο κι εύγευστο στα εστιατόρια, τις ψαροταβέρνες πάνω στη θάλασσα, τα παραδοσιακά καφενεία κι ουζερί. Ο τόπος φημίζεται για το Συμιακό γαριδάκι, το οποίο μπορεί κανείς να δοκιμάσει τηγανητό. Το γαριδάκι ψαρεύεται και στα γύρω νησιά, στην Χάλκη, το Καστελόριζο και την Κάλυμνο. Τον ουρανίσκο του επισκέπτη ευφραίνουν τα ολόφρεσκα ψάρια του τόπου, η αθερινόπιτα, τα χειροποίητα ζυμαρικά και τα ακούμια.

   Ο ταξιδιώτης αξίζει να επισκεφθεί την παραλία Εμπορειός, η οποία απέχει δυο χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα. Στην περιοχή ανακαλύφθηκαν υπολείμματα βυζαντινής βασιλικής. Ο αμμουδερός όρμος Πεδίου βρίσκεται δυο χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα.  Το νησάκι Σέσκλι βρίσκεται απέναντι από τον όρμο του Πανορμίτη, έχει ερείπια από πελασγιακά τείχη και μια μικρή εκκλησία, η οποία εικάζεται ότι χτίστηκε από τον Απόστολο Παύλο. Έξοχα, διάφανα και γαλαζοπράσινα είναι τα νερά στην παραλία του Αγίου Γεωργίου Δυσάλωνα, με την κάθετη επιφάνεια ενός θεόρατου βράχου προς την παραλία, ο οποίος αγγίζει τα τριακόσια μέτρα. Η παραλία του Αγίου Γεωργίου προσεγγίζεται μόνο από τη θάλασσα με σκάφος. Ωραία είναι να κάνει κάποιος βουτιά στις παραλίες της Αγίας Μαρίνας, της Νανού, της Φωκοσπηλιάς, του Αγίου Αιμιλιανού, και στο Μαρώνι, όπου υπάρχουν δυο τρόπαια του 5ου αιώνα. Τοιχογραφίες υπάρχουν στο ξωκλήσι του Αγίου Φιλήμονα. Στα υπέροχα νερά της Σύμης ο επισκέπτης μπορεί να κολυμπήσει και να χαρεί, κάνοντας διάφορα θαλάσσια αθλήματα.
   Η αυθεντική σε χαρακτήρα Σύμη είναι γιομάτη από χάρες. Μια επίσκεψη στον τόπο αυτό δεν είναι αρκετή. Ακόμη κι αν επισκεφθεί κανείς το μικροσκοπικό νησί κι άλλες φορές, υπάρχουν γωνίες, οι οποίες παραμένουν ανεξερεύνητες για την ερχόμενη φορά, που θα έρθει στον τόπο. Εξάλλου, όταν πηγαίνει κανείς σε ένα μέρος ξανά και ξανά, βλέπει, ζει τις γωνιές του τόπου με άλλο μάτι, με διαφορετική σκοπιά κι ανακαλύπτει νέα μέρη, τα οποία δεν είχε δει στην προηγούμενή του επίσκεψη. Έτσι κι η Σύμη παραμένει ένας προορισμός αγαπημένος για ανθρώπους από την Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία, την Ιταλία, την Γαλλία κι από άλλες γωνιές του κόσμου τούτου. Όταν φτάνει η στιγμή να αποχαιρετήσει κανείς την Σύμη, νιώθει μέσα του γαλήνη, ηρεμία ειρήνη κι αγαλλίαση. Την φωτεινή Σύμη, αυτό το κόσμημα του Αιγαίου, δεν την χορταίνει κανείς. Σε τούτο το νησί το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. 

Σύνταξη: Α. Τ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου